Η εικόνα που περιγράφει καλύτερα τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν είναι ο μύθος του Σισύφου - Οι δύο πλευρές σπρώχνουν ξανά και ξανά τον ίδιο βράχο προς την κορυφή του βουνού: απειλές, διαπραγματεύσεις, προσωρινές συμφωνίες, αδιέξοδα, κυρώσεις, αναστολή, πόλεμος
(upd) Η πιθανή ενδιάμεση συμφωνία 60 ημερών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν παρουσιάζεται από ορισμένους κύκλους ως διπλωματική διέξοδος.
Στην πραγματικότητα, όμως, εάν τελικά επιτευχθεί, δεν θα σηματοδοτήσει το τέλος της σύγκρουσης.
Θα αποτελέσει απλώς μια προσωρινή αναστολή της.
Ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δύο κύκλους κρίσης.
Μια παύση πριν από την επόμενη δοκιμασία.
Το Ιράν και οι ΗΠΑ βρίσκονται εδώ και χρόνια παγιδευμένοι σε έναν φαύλο κύκλο απειλών, κυρώσεων, διαπραγματεύσεων, αδιεξόδων και στρατιωτικών αναμετρήσεων.
Κάθε φορά που φαίνεται να ανοίγει ένα παράθυρο διπλωματίας, αυτό παραμένει στενό, εύθραυστο και υπονομευμένο από την αμερικανική αναξιοπιστία.
Και κάθε φορά που οι συνομιλίες αποτυγχάνουν, η Ουάσιγκτον επιστρέφει στη γνώριμη γλώσσα της πίεσης: κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές, αποκλεισμοί, οικονομικός στραγγαλισμός και έμμεση ή άμεση πολεμική κλιμάκωση.
Σήμερα, το ενδεχόμενο μιας 60ήμερης ενδιάμεσης συμφωνίας παραμένει αβέβαιο.
Υπάρχουν πληροφορίες ότι εξακολουθεί να συζητείται ένα περιορισμένο πλαίσιο που θα μπορούσε να προβλέπει προσωρινή άρση του θαλάσσιου αποκλεισμού, άνοιγμα των Στενών του Hormuz, μερική αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και επανέναρξη των πυρηνικών διαπραγματεύσεων μέσα σε διάστημα 30 έως 60 ημερών.
Αν αυτό το σενάριο υλοποιηθεί, θα μιλάμε ασφαλώς για μια σημαντική τακτική αποκλιμάκωση.
Όχι όμως για στρατηγική ειρήνη.
Αντιθέτως, είναι πιθανό να εισέλθουμε σε μια νέα εποχή: όχι σε πραγματική συμφιλίωση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, αλλά σε μια νέα μορφή παρατεταμένης αντιπαράθεσης.
Έναν νέο «Ψυχρό Πόλεμο» στη Μέση Ανατολή, όπου η διπλωματία θα λειτουργεί ως προσωρινό φρένο και όχι ως οριστική λύση.

Η προσωρινή συμφωνία ως αναγνώριση της αντοχής του Ιράν
Το πρώτο και πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η ίδια η συζήτηση περί ενδιάμεσης συμφωνίας αποτελεί έμμεση αναγνώριση της αντοχής του Ιράν.
Παρά τις κυρώσεις, την οικονομική πίεση, τις στρατιωτικές απειλές, τους αποκλεισμούς και τις επιθέσεις, η Τεχεράνη δεν γονάτισε.
Δεν αποδέχθηκε πλήρη υποταγή.
Δεν εγκατέλειψε τα βασικά της στρατηγικά δικαιώματα.
Δεν εμφανίστηκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως ηττημένη δύναμη, αλλά ως κράτος που άντεξε την πίεση και εξακολουθεί να διαπραγματεύεται από θέση αξιοπρέπειας.
Αυτό είναι το στοιχείο που ενοχλεί περισσότερο την Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν τη Μέση Ανατολή ως χώρο επιβολής.
Χώρο όπου οι κυρώσεις, οι στρατιωτικές βάσεις, οι συμμαχίες και οι απειλές αρκούσαν για να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά των κρατών.
Το Ιράν, όμως, απέδειξε ότι ένα κράτος με στρατηγική κουλτούρα, περιφερειακά δίκτυα, κοινωνική αντοχή και πολιτική βούληση μπορεί να αντέξει πολύ περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζαν οι σχεδιαστές της Ουάσιγκτον.
Η πιθανή άρση, έστω και προσωρινή, ενός θαλάσσιου αποκλεισμού, το άνοιγμα των Στενών του Hormuz και η αποδέσμευση μέρους των παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων δεν είναι «δώρο» των ΗΠΑ προς το Ιράν.
Είναι αποτέλεσμα πίεσης, κόστους και αδιεξόδου.
Είναι η παραδοχή ότι χωρίς συνεννόηση με την Τεχεράνη, η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο και στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αποκατασταθεί.

Η αμερικανική διπλωματία χωρίς αξιοπιστία
Το βασικό πρόβλημα σε κάθε διαπραγμάτευση ΗΠΑ – Ιράν είναι η αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει με καχυποψία τις αμερικανικές δεσμεύσεις.
Η ιστορία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να υπογράψουν συμφωνίες, να τις εργαλειοποιήσουν πολιτικά, να τις εγκαταλείψουν όταν αλλάξει η εσωτερική πολιτική ισορροπία και στη συνέχεια να κατηγορήσουν την άλλη πλευρά για την κρίση.
Αυτό είναι το μόνιμο αδιέξοδο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: ζητά δεσμεύσεις από τους άλλους, χωρίς να προσφέρει σταθερότητα στις δικές της δεσμεύσεις.
Μια ενδιάμεση συμφωνία 60 ημερών μπορεί να δημιουργήσει μια ανάσα.
Μπορεί να ανοίξει ένα κανάλι επικοινωνίας.
Μπορεί να περιορίσει προσωρινά τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης.
Όμως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: ποιος εγγυάται ότι οι ΗΠΑ θα μείνουν στη διπλωματία όταν αυτή δεν παράγει το αποτέλεσμα που θέλουν;
Η εμπειρία δείχνει ότι η αμερικανική πολιτική κινείται συχνά ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία, προσωρινή διαπραγμάτευση· από την άλλη, επιστροφή στη στρατιωτική απειλή.
Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η διπλωματία δεν είναι σταθερή διαδικασία επίλυσης, αλλά εργαλείο τακτικής διαχείρισης πριν από την επόμενη πίεση.
Για το Ιράν, αυτό σημαίνει ότι καμία συμφωνία δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη εάν δεν συνοδεύεται από πραγματικές εγγυήσεις, ουσιαστική άρση κυρώσεων και σεβασμό στην κυριαρχία του.
Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη σκληραίνει τη διαπραγματευτική της γραμμή, ξεκαθαρίζοντας ότι η όποια προσωρινή συμφωνία δεν μπορεί να στηριχθεί σε αμερικανικές υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.
Ο Ali Bagheri Kani, αναπληρωτής γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, έστειλε τριπλό μήνυμα προς την Ουάσινγκτον: πρώτον, ότι «οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι αξιόπιστες, καθώς η παραβίαση δεσμεύσεων είναι μέρος της φύσης αυτής της χώρας»· δεύτερον, ότι τα παρανόμως παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να αποδεσμευθούν «χωρίς όρους και περιορισμούς»· και τρίτον, ότι ο τερματισμός του πολέμου σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε διαπραγμάτευσης ή συμφωνίας.

Το σενάριο της «προσωρινής κατάληξης»
Ο Richard Fontaine, επικεφαλής του Center for a New American Security και γνωστός αναλυτής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας, εκτιμά ότι μια περιορισμένη συμφωνία 60 ημερών είναι ίσως η πιθανότερη κατάληξη της σημερινής φάσης της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν.
Όμως, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, μια τέτοια συμφωνία δεν θα είναι πραγματικό τέλος.
Θα είναι προσωρινή λύση.
Θα ανοίξει τον δρόμο για νέες, μακρές, περίπλοκες και πιθανότατα χαμηλής απόδοσης διαπραγματεύσεις, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς εγγυημένη επιτυχία και χωρίς βεβαιότητα ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν δεσμευμένες στη διπλωματική οδό.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η συμφωνία των 60 ημερών δεν θα επιλύσει την αντιπαράθεση.
Θα τη μεταφέρει σε άλλη μορφή.
Από την άμεση σύγκρουση στη διπλωματική αναμονή.
Από τον πόλεμο στην αναστολή.
Από τη θερμή κρίση στον νέο Ψυχρό Πόλεμο.
Και αυτός ο Ψυχρός Πόλεμος μπορεί να είναι ακόμη πιο επικίνδυνος, διότι θα περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της προηγούμενης αντιπαράθεσης: κυρώσεις, απειλές, μυστικές επιχειρήσεις, περιφερειακή πίεση, πυρηνικές διαπραγματεύσεις χωρίς κατάληξη και διαρκή προετοιμασία για την επόμενη σύγκρουση.

Από τον δεύτερο στον τρίτο πόλεμο ΗΠΑ – Ιράν
Εάν η ανάλυση Richard Fontaine επιβεβαιωθεί, τότε η περιοχή δεν οδεύει προς ειρήνη, αλλά προς επανάληψη ενός γνώριμου μοτίβου.
Το μοτίβο αυτό έχει ήδη φανεί: πρώτα απειλές και ένταση, στη συνέχεια έναρξη διαπραγματεύσεων, έπειτα περίοδος αναστολής με κυρώσεις και αδιέξοδα, και τελικά επιστροφή στην πολεμική κλιμάκωση.
Μετά τον πόλεμο των 12 ημερών και πριν από την έναρξη του πολέμου των 40 ημερών, οι σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν πέρασαν από τέσσερα στάδια:
Πρώτον, απειλές και ένταση. Από το τέλος της προηγούμενης σύγκρουσης μέχρι την έναρξη των συνομιλιών, η ατμόσφαιρα φορτίστηκε με δηλώσεις, στρατιωτικές κινήσεις, πίεση και προειδοποιήσεις.
Δεύτερον, πυρηνικές διαπραγματεύσεις. Για μερικούς μήνες, η διπλωματία φάνηκε να κυριαρχεί. Οι δύο πλευρές συνομιλούσαν, αναζητούσαν πλαίσιο και επιχειρούσαν να αποτρέψουν την άμεση σύγκρουση.
Τρίτον, αναστολή. Οι συνομιλίες δεν κατέληξαν σε καθαρή συμφωνία.
Οι κυρώσεις παρέμειναν.
Οι απειλές επανήλθαν.
Η αναμονή του πολέμου έγινε μέρος της πολιτικής πραγματικότητας.
Τέταρτον, πόλεμος.
Η σύγκρουση ξέσπασε ξανά τον Μάρτιο 2026.
Εάν το ίδιο σχήμα επαναληφθεί, τότε η ενδιάμεση συμφωνία των 60 ημερών μπορεί να είναι απλώς η αρχή ενός νέου κύκλου. Πρώτα θα υπάρξει προσωρινή αποκλιμάκωση. Μετά θα αρχίσουν δύσκολες διαπραγματεύσεις. Έπειτα θα εμφανιστούν εμπόδια, αμερικανικές απαιτήσεις, ισραηλινές πιέσεις, κυρώσεις, τελεσίγραφα και κατηγορίες. Και στο τέλος, εάν δεν υπάρξει πραγματική πολιτική βούληση από την Ουάσιγκτον, η σύγκρουση μπορεί να επιστρέψει.
Με άλλα λόγια, η ενδιάμεση συμφωνία μπορεί να μην αποτρέψει τον τρίτο πόλεμο. Μπορεί απλώς να τον αναβάλει.

Ο μύθος του Σισύφου στις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν
Η εικόνα που περιγράφει καλύτερα τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν είναι ο μύθος του Σισύφου.
Οι δύο πλευρές σπρώχνουν ξανά και ξανά τον ίδιο βράχο προς την κορυφή του βουνού: απειλές, διαπραγματεύσεις, προσωρινές συμφωνίες, αδιέξοδα, κυρώσεις, αναστολή, πόλεμος.
Και κάθε φορά που φαίνεται ότι ο βράχος πλησιάζει στην κορυφή, γλιστρά και πέφτει ξανά.
Η διαδικασία επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά. Η διπλωματία ξεκινά με προσδοκίες.
Στη συνέχεια οι ΗΠΑ απαιτούν περισσότερα.
Το Ιράν ζητά εγγυήσεις.
Οι κυρώσεις παραμένουν.
Το Ισραήλ πιέζει για σκληρότερη γραμμή. Η Ουάσιγκτον αρχίζει να μιλά ξανά για «όλες τις επιλογές στο τραπέζι».
Η εμπιστοσύνη καταρρέει. Και η περιοχή επιστρέφει στο χείλος της σύγκρουσης.
Αυτός ο φαύλος κύκλος δεν είναι φυσικό φαινόμενο.
Είναι πολιτική επιλογή.
Και η κύρια ευθύνη βαραίνει τις ΗΠΑ, διότι είναι η δύναμη που επιμένει να χρησιμοποιεί τη διπλωματία ως προέκταση της πίεσης και όχι ως μέσο ισότιμης λύσης.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαπραγματευθεί.
Αλλά δεν μπορεί να αποδεχθεί διαπραγμάτευση υπό εκβιασμό.
Δεν μπορεί να συμφωνεί ενώ οι κυρώσεις παραμένουν.
Δεν μπορεί να εμπιστεύεται υποσχέσεις που μπορεί να ανατραπούν από την επόμενη αμερικανική κυβέρνηση ή από την επόμενη πολιτική κρίση στην Ουάσινγκτον.

Το πραγματικό ερώτημα: Θέλουν οι ΗΠΑ συμφωνία ή υποταγή;
Η ουσία της κρίσης συμπυκνώνεται σε ένα ερώτημα: θέλουν οι ΗΠΑ πραγματική συμφωνία με το Ιράν ή θέλουν την υποταγή του Ιράν;
Εάν θέλουν συμφωνία, τότε πρέπει να αποδεχθούν ότι η Τεχεράνη έχει δικαιώματα, συμφέροντα, ανησυχίες ασφαλείας και περιφερειακό ρόλο.
Πρέπει να υπάρξει ουσιαστική άρση κυρώσεων.
Πρέπει να δοθούν εγγυήσεις. Πρέπει να σταματήσει η πολιτική των απειλών.
Πρέπει να περιοριστεί ο ρόλος δυνάμεων που επιδιώκουν μόνιμη σύγκρουση.
Εάν, όμως, οι ΗΠΑ θέλουν υποταγή, τότε καμία ενδιάμεση συμφωνία δεν θα αντέξει.
Θα είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στον μύθο του Σισύφου: ο βράχος θα ανέβει λίγο πιο ψηλά και μετά θα κυλήσει ξανά στην άβυσσο.
Το Ιράν έχει δείξει ότι δεν θα αποδεχθεί συμφωνία ταπείνωσης. Και αυτό, τελικά, είναι το μεγάλο μήνυμα αυτής της κρίσης.

O βράχος του Σισύφου θα κυλήσει ξανά
Η πιθανή ενδιάμεση συμφωνία 60 ημερών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν μπορεί να μειώσει προσωρινά την ένταση.
Μπορεί να ανοίξει τα Στενά του Hormuz. Μπορεί να επιτρέψει περιορισμένη αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Μπορεί να επαναφέρει τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις.
Όμως δεν αρκεί.
Εάν δεν υπάρξει βαθύτερη αλλαγή στην αμερικανική προσέγγιση, η συμφωνία θα λειτουργήσει ως προσωρινό διάλειμμα πριν από τον επόμενο γύρο κρίσης.
Οι απειλές θα επιστρέψουν. Οι κυρώσεις θα παραμείνουν. Οι συνομιλίες θα βαλτώσουν.
Η αναστολή θα μετατραπεί ξανά σε ένταση. Και η περιοχή θα βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο ενός τρίτου πολέμου.
Το Ιράν δεν βρίσκεται στο τραπέζι επειδή ηττήθηκε. Βρίσκεται στο τραπέζι επειδή άντεξε.
Οι ΗΠΑ δεν διαπραγματεύονται επειδή έγιναν ξαφνικά δύναμη ειρήνης.
Διαπραγματεύονται επειδή η πολιτική της πίεσης έφτασε στα όριά της.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της στιγμής.
Η 60ήμερη συμφωνία, αν υπάρξει, θα είναι δοκιμασία όχι για το Ιράν, αλλά για τις ΗΠΑ.
Θα δείξει εάν η Ουάσιγκτον μπορεί να εγκαταλείψει τη λογική του εκβιασμού και να αποδεχθεί μια ισότιμη διπλωματία.
Εάν όχι, τότε ο νέος Ψυχρός Πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν θα έχει ήδη ξεκινήσει.
Και ο βράχος του Σισύφου θα κυλήσει ξανά.
www.bankingnews.gr
Στην πραγματικότητα, όμως, εάν τελικά επιτευχθεί, δεν θα σηματοδοτήσει το τέλος της σύγκρουσης.
Θα αποτελέσει απλώς μια προσωρινή αναστολή της.
Ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δύο κύκλους κρίσης.
Μια παύση πριν από την επόμενη δοκιμασία.
Το Ιράν και οι ΗΠΑ βρίσκονται εδώ και χρόνια παγιδευμένοι σε έναν φαύλο κύκλο απειλών, κυρώσεων, διαπραγματεύσεων, αδιεξόδων και στρατιωτικών αναμετρήσεων.
Κάθε φορά που φαίνεται να ανοίγει ένα παράθυρο διπλωματίας, αυτό παραμένει στενό, εύθραυστο και υπονομευμένο από την αμερικανική αναξιοπιστία.
Και κάθε φορά που οι συνομιλίες αποτυγχάνουν, η Ουάσιγκτον επιστρέφει στη γνώριμη γλώσσα της πίεσης: κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές, αποκλεισμοί, οικονομικός στραγγαλισμός και έμμεση ή άμεση πολεμική κλιμάκωση.
Σήμερα, το ενδεχόμενο μιας 60ήμερης ενδιάμεσης συμφωνίας παραμένει αβέβαιο.
Υπάρχουν πληροφορίες ότι εξακολουθεί να συζητείται ένα περιορισμένο πλαίσιο που θα μπορούσε να προβλέπει προσωρινή άρση του θαλάσσιου αποκλεισμού, άνοιγμα των Στενών του Hormuz, μερική αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και επανέναρξη των πυρηνικών διαπραγματεύσεων μέσα σε διάστημα 30 έως 60 ημερών.
Αν αυτό το σενάριο υλοποιηθεί, θα μιλάμε ασφαλώς για μια σημαντική τακτική αποκλιμάκωση.
Όχι όμως για στρατηγική ειρήνη.
Αντιθέτως, είναι πιθανό να εισέλθουμε σε μια νέα εποχή: όχι σε πραγματική συμφιλίωση ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν, αλλά σε μια νέα μορφή παρατεταμένης αντιπαράθεσης.
Έναν νέο «Ψυχρό Πόλεμο» στη Μέση Ανατολή, όπου η διπλωματία θα λειτουργεί ως προσωρινό φρένο και όχι ως οριστική λύση.

Η προσωρινή συμφωνία ως αναγνώριση της αντοχής του Ιράν
Το πρώτο και πιο σημαντικό συμπέρασμα είναι ότι η ίδια η συζήτηση περί ενδιάμεσης συμφωνίας αποτελεί έμμεση αναγνώριση της αντοχής του Ιράν.
Παρά τις κυρώσεις, την οικονομική πίεση, τις στρατιωτικές απειλές, τους αποκλεισμούς και τις επιθέσεις, η Τεχεράνη δεν γονάτισε.
Δεν αποδέχθηκε πλήρη υποταγή.
Δεν εγκατέλειψε τα βασικά της στρατηγικά δικαιώματα.
Δεν εμφανίστηκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως ηττημένη δύναμη, αλλά ως κράτος που άντεξε την πίεση και εξακολουθεί να διαπραγματεύεται από θέση αξιοπρέπειας.
Αυτό είναι το στοιχείο που ενοχλεί περισσότερο την Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν τη Μέση Ανατολή ως χώρο επιβολής.
Χώρο όπου οι κυρώσεις, οι στρατιωτικές βάσεις, οι συμμαχίες και οι απειλές αρκούσαν για να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά των κρατών.
Το Ιράν, όμως, απέδειξε ότι ένα κράτος με στρατηγική κουλτούρα, περιφερειακά δίκτυα, κοινωνική αντοχή και πολιτική βούληση μπορεί να αντέξει πολύ περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζαν οι σχεδιαστές της Ουάσιγκτον.
Η πιθανή άρση, έστω και προσωρινή, ενός θαλάσσιου αποκλεισμού, το άνοιγμα των Στενών του Hormuz και η αποδέσμευση μέρους των παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων δεν είναι «δώρο» των ΗΠΑ προς το Ιράν.
Είναι αποτέλεσμα πίεσης, κόστους και αδιεξόδου.
Είναι η παραδοχή ότι χωρίς συνεννόηση με την Τεχεράνη, η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο και στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αποκατασταθεί.

Η αμερικανική διπλωματία χωρίς αξιοπιστία
Το βασικό πρόβλημα σε κάθε διαπραγμάτευση ΗΠΑ – Ιράν είναι η αξιοπιστία της Ουάσιγκτον.
Το Ιράν έχει κάθε λόγο να αντιμετωπίζει με καχυποψία τις αμερικανικές δεσμεύσεις.
Η ιστορία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να υπογράψουν συμφωνίες, να τις εργαλειοποιήσουν πολιτικά, να τις εγκαταλείψουν όταν αλλάξει η εσωτερική πολιτική ισορροπία και στη συνέχεια να κατηγορήσουν την άλλη πλευρά για την κρίση.
Αυτό είναι το μόνιμο αδιέξοδο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: ζητά δεσμεύσεις από τους άλλους, χωρίς να προσφέρει σταθερότητα στις δικές της δεσμεύσεις.
Μια ενδιάμεση συμφωνία 60 ημερών μπορεί να δημιουργήσει μια ανάσα.
Μπορεί να ανοίξει ένα κανάλι επικοινωνίας.
Μπορεί να περιορίσει προσωρινά τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης.
Όμως δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: ποιος εγγυάται ότι οι ΗΠΑ θα μείνουν στη διπλωματία όταν αυτή δεν παράγει το αποτέλεσμα που θέλουν;
Η εμπειρία δείχνει ότι η αμερικανική πολιτική κινείται συχνά ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία, προσωρινή διαπραγμάτευση· από την άλλη, επιστροφή στη στρατιωτική απειλή.
Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η διπλωματία δεν είναι σταθερή διαδικασία επίλυσης, αλλά εργαλείο τακτικής διαχείρισης πριν από την επόμενη πίεση.
Για το Ιράν, αυτό σημαίνει ότι καμία συμφωνία δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη εάν δεν συνοδεύεται από πραγματικές εγγυήσεις, ουσιαστική άρση κυρώσεων και σεβασμό στην κυριαρχία του.
Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη σκληραίνει τη διαπραγματευτική της γραμμή, ξεκαθαρίζοντας ότι η όποια προσωρινή συμφωνία δεν μπορεί να στηριχθεί σε αμερικανικές υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.
Ο Ali Bagheri Kani, αναπληρωτής γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, έστειλε τριπλό μήνυμα προς την Ουάσινγκτον: πρώτον, ότι «οι ΗΠΑ δεν μπορούν να είναι αξιόπιστες, καθώς η παραβίαση δεσμεύσεων είναι μέρος της φύσης αυτής της χώρας»· δεύτερον, ότι τα παρανόμως παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να αποδεσμευθούν «χωρίς όρους και περιορισμούς»· και τρίτον, ότι ο τερματισμός του πολέμου σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε διαπραγμάτευσης ή συμφωνίας.

Το σενάριο της «προσωρινής κατάληξης»
Ο Richard Fontaine, επικεφαλής του Center for a New American Security και γνωστός αναλυτής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας, εκτιμά ότι μια περιορισμένη συμφωνία 60 ημερών είναι ίσως η πιθανότερη κατάληξη της σημερινής φάσης της σύγκρουσης ΗΠΑ – Ιράν.
Όμως, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, μια τέτοια συμφωνία δεν θα είναι πραγματικό τέλος.
Θα είναι προσωρινή λύση.
Θα ανοίξει τον δρόμο για νέες, μακρές, περίπλοκες και πιθανότατα χαμηλής απόδοσης διαπραγματεύσεις, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς εγγυημένη επιτυχία και χωρίς βεβαιότητα ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν δεσμευμένες στη διπλωματική οδό.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η συμφωνία των 60 ημερών δεν θα επιλύσει την αντιπαράθεση.
Θα τη μεταφέρει σε άλλη μορφή.
Από την άμεση σύγκρουση στη διπλωματική αναμονή.
Από τον πόλεμο στην αναστολή.
Από τη θερμή κρίση στον νέο Ψυχρό Πόλεμο.
Και αυτός ο Ψυχρός Πόλεμος μπορεί να είναι ακόμη πιο επικίνδυνος, διότι θα περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της προηγούμενης αντιπαράθεσης: κυρώσεις, απειλές, μυστικές επιχειρήσεις, περιφερειακή πίεση, πυρηνικές διαπραγματεύσεις χωρίς κατάληξη και διαρκή προετοιμασία για την επόμενη σύγκρουση.

Από τον δεύτερο στον τρίτο πόλεμο ΗΠΑ – Ιράν
Εάν η ανάλυση Richard Fontaine επιβεβαιωθεί, τότε η περιοχή δεν οδεύει προς ειρήνη, αλλά προς επανάληψη ενός γνώριμου μοτίβου.
Το μοτίβο αυτό έχει ήδη φανεί: πρώτα απειλές και ένταση, στη συνέχεια έναρξη διαπραγματεύσεων, έπειτα περίοδος αναστολής με κυρώσεις και αδιέξοδα, και τελικά επιστροφή στην πολεμική κλιμάκωση.
Μετά τον πόλεμο των 12 ημερών και πριν από την έναρξη του πολέμου των 40 ημερών, οι σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν πέρασαν από τέσσερα στάδια:
Πρώτον, απειλές και ένταση. Από το τέλος της προηγούμενης σύγκρουσης μέχρι την έναρξη των συνομιλιών, η ατμόσφαιρα φορτίστηκε με δηλώσεις, στρατιωτικές κινήσεις, πίεση και προειδοποιήσεις.
Δεύτερον, πυρηνικές διαπραγματεύσεις. Για μερικούς μήνες, η διπλωματία φάνηκε να κυριαρχεί. Οι δύο πλευρές συνομιλούσαν, αναζητούσαν πλαίσιο και επιχειρούσαν να αποτρέψουν την άμεση σύγκρουση.
Τρίτον, αναστολή. Οι συνομιλίες δεν κατέληξαν σε καθαρή συμφωνία.
Οι κυρώσεις παρέμειναν.
Οι απειλές επανήλθαν.
Η αναμονή του πολέμου έγινε μέρος της πολιτικής πραγματικότητας.
Τέταρτον, πόλεμος.
Η σύγκρουση ξέσπασε ξανά τον Μάρτιο 2026.
Εάν το ίδιο σχήμα επαναληφθεί, τότε η ενδιάμεση συμφωνία των 60 ημερών μπορεί να είναι απλώς η αρχή ενός νέου κύκλου. Πρώτα θα υπάρξει προσωρινή αποκλιμάκωση. Μετά θα αρχίσουν δύσκολες διαπραγματεύσεις. Έπειτα θα εμφανιστούν εμπόδια, αμερικανικές απαιτήσεις, ισραηλινές πιέσεις, κυρώσεις, τελεσίγραφα και κατηγορίες. Και στο τέλος, εάν δεν υπάρξει πραγματική πολιτική βούληση από την Ουάσιγκτον, η σύγκρουση μπορεί να επιστρέψει.
Με άλλα λόγια, η ενδιάμεση συμφωνία μπορεί να μην αποτρέψει τον τρίτο πόλεμο. Μπορεί απλώς να τον αναβάλει.

Ο μύθος του Σισύφου στις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν
Η εικόνα που περιγράφει καλύτερα τις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν είναι ο μύθος του Σισύφου.
Οι δύο πλευρές σπρώχνουν ξανά και ξανά τον ίδιο βράχο προς την κορυφή του βουνού: απειλές, διαπραγματεύσεις, προσωρινές συμφωνίες, αδιέξοδα, κυρώσεις, αναστολή, πόλεμος.
Και κάθε φορά που φαίνεται ότι ο βράχος πλησιάζει στην κορυφή, γλιστρά και πέφτει ξανά.
Η διαδικασία επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά. Η διπλωματία ξεκινά με προσδοκίες.
Στη συνέχεια οι ΗΠΑ απαιτούν περισσότερα.
Το Ιράν ζητά εγγυήσεις.
Οι κυρώσεις παραμένουν.
Το Ισραήλ πιέζει για σκληρότερη γραμμή. Η Ουάσιγκτον αρχίζει να μιλά ξανά για «όλες τις επιλογές στο τραπέζι».
Η εμπιστοσύνη καταρρέει. Και η περιοχή επιστρέφει στο χείλος της σύγκρουσης.
Αυτός ο φαύλος κύκλος δεν είναι φυσικό φαινόμενο.
Είναι πολιτική επιλογή.
Και η κύρια ευθύνη βαραίνει τις ΗΠΑ, διότι είναι η δύναμη που επιμένει να χρησιμοποιεί τη διπλωματία ως προέκταση της πίεσης και όχι ως μέσο ισότιμης λύσης.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαπραγματευθεί.
Αλλά δεν μπορεί να αποδεχθεί διαπραγμάτευση υπό εκβιασμό.
Δεν μπορεί να συμφωνεί ενώ οι κυρώσεις παραμένουν.
Δεν μπορεί να εμπιστεύεται υποσχέσεις που μπορεί να ανατραπούν από την επόμενη αμερικανική κυβέρνηση ή από την επόμενη πολιτική κρίση στην Ουάσινγκτον.

Το πραγματικό ερώτημα: Θέλουν οι ΗΠΑ συμφωνία ή υποταγή;
Η ουσία της κρίσης συμπυκνώνεται σε ένα ερώτημα: θέλουν οι ΗΠΑ πραγματική συμφωνία με το Ιράν ή θέλουν την υποταγή του Ιράν;
Εάν θέλουν συμφωνία, τότε πρέπει να αποδεχθούν ότι η Τεχεράνη έχει δικαιώματα, συμφέροντα, ανησυχίες ασφαλείας και περιφερειακό ρόλο.
Πρέπει να υπάρξει ουσιαστική άρση κυρώσεων.
Πρέπει να δοθούν εγγυήσεις. Πρέπει να σταματήσει η πολιτική των απειλών.
Πρέπει να περιοριστεί ο ρόλος δυνάμεων που επιδιώκουν μόνιμη σύγκρουση.
Εάν, όμως, οι ΗΠΑ θέλουν υποταγή, τότε καμία ενδιάμεση συμφωνία δεν θα αντέξει.
Θα είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στον μύθο του Σισύφου: ο βράχος θα ανέβει λίγο πιο ψηλά και μετά θα κυλήσει ξανά στην άβυσσο.
Το Ιράν έχει δείξει ότι δεν θα αποδεχθεί συμφωνία ταπείνωσης. Και αυτό, τελικά, είναι το μεγάλο μήνυμα αυτής της κρίσης.

O βράχος του Σισύφου θα κυλήσει ξανά
Η πιθανή ενδιάμεση συμφωνία 60 ημερών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν μπορεί να μειώσει προσωρινά την ένταση.
Μπορεί να ανοίξει τα Στενά του Hormuz. Μπορεί να επιτρέψει περιορισμένη αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Μπορεί να επαναφέρει τις πυρηνικές διαπραγματεύσεις.
Όμως δεν αρκεί.
Εάν δεν υπάρξει βαθύτερη αλλαγή στην αμερικανική προσέγγιση, η συμφωνία θα λειτουργήσει ως προσωρινό διάλειμμα πριν από τον επόμενο γύρο κρίσης.
Οι απειλές θα επιστρέψουν. Οι κυρώσεις θα παραμείνουν. Οι συνομιλίες θα βαλτώσουν.
Η αναστολή θα μετατραπεί ξανά σε ένταση. Και η περιοχή θα βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο ενός τρίτου πολέμου.
Το Ιράν δεν βρίσκεται στο τραπέζι επειδή ηττήθηκε. Βρίσκεται στο τραπέζι επειδή άντεξε.
Οι ΗΠΑ δεν διαπραγματεύονται επειδή έγιναν ξαφνικά δύναμη ειρήνης.
Διαπραγματεύονται επειδή η πολιτική της πίεσης έφτασε στα όριά της.
Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της στιγμής.
Η 60ήμερη συμφωνία, αν υπάρξει, θα είναι δοκιμασία όχι για το Ιράν, αλλά για τις ΗΠΑ.
Θα δείξει εάν η Ουάσιγκτον μπορεί να εγκαταλείψει τη λογική του εκβιασμού και να αποδεχθεί μια ισότιμη διπλωματία.
Εάν όχι, τότε ο νέος Ψυχρός Πόλεμος ΗΠΑ – Ιράν θα έχει ήδη ξεκινήσει.
Και ο βράχος του Σισύφου θα κυλήσει ξανά.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών